Κεφάλαιο 1ο: Και που λες Ευτυχία…

Η Ευτυχία είχε παρατημένο το κινητό πάνω στο τζάκι. Δεν άκουσε το μήνυμα. Ή μπορεί και να το άκουσε αλλά δεν έδωσε σημασία. Μπορούσε να περιμένει. Το στομάχι της πάλι όχι. Λίγο λάδι, κρεμμυδάκι, φρέσκια ντομάτα και μυρωδικά. Στη διπλανή κατσαρόλα το νερό με το μπόλικο αλάτι περίμενε τις πένες.

Αφού έφαγε και ήπιε την τελευταία γουλιά από το λευκό κρασί της, θυμήθηκε εκείνο το μήνυμα. Και πάλι, όμως, δεν το είδε πρώτο καθώς την προσοχή της τράβηξαν οι ειδοποιήσεις από τους λογαριασμούς της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όταν πια ήρθε η ώρα του, προς στιγμήν σάστισε.

“Και που λες, Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε
λίγα μόνο στοιχεία ευτυχίας χαρήκαμε…”

Τους ήξερε αυτούς τους στίχους. Μεγάλωσε μαζί τους. Η πρώτη κασέτα που της έκανε δώρο ο μπαμπάς της, από όταν θυμάται τον εαυτό της. “Στην Ευτυχία μου…”, τα γράμματά του είχαν μείνει ανεξίτηλα. Η φωνή του Καλογιάννη, μάλιστα, της κράτησε παρέα και την μέρα που τον έχασε. Έκλαψε ένα ολόκληρο βράδυ. Μάιος ήταν. Ο Καλογιάννης -σαν από μηχανής Θεός- της είχε και για αυτό απάντηση.

“Άνοιξε το παράθυρο να μπει δροσιά να μπει του Μάη εμείς γι’ αλλού κινήσαμε γι’ αλλού κι αλλού η ζωή μας πάει…”

Άνοιξε το παράθυρο με το που ξημέρωσε και δεν ξανάκλαψε. Μόνο, να, καμιά φορά όταν της έλειπε έψαχνε τα τραγούδια που τόσο τον θύμιζαν στo mp3 της.

Και τώρα αυτό το μήνυμα. Δέκα χρόνια μετά. Δέκα χρόνια μετά την τελευταία τους βόλτα, μετά το τελευταίο φιλί, μετά το τελευταίο “αντίο”. Πέταξε το κινητό στον καναπέ, φανερά θυμωμένη, και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του μικρού να ομαδοποιήσει τα παιχνίδια του. Τα αυτοκινητάκια με τα αυτοκινητάκια, οι μπάλες με τις μπάλες, τα παραμύθια με τα παραμύθια…

Δεν ήταν της…τάξης. Το ήξερε. Της το θύμιζε σε κάθε ευκαιρία και η μάνα της… Τώρα, όμως, χρειαζόταν μια τάξη. Να μπουν όλα στα κουτάκια τους. Όχι τώρα. Χθες. Ξαφνικά έμοιαζαν όλα τόσο άναρχα, τόσο ανεξέλεγκτα, τόσο απροσδιόριστα, τόσο επικίνδυνα.

Άφησε στη μέση την…ταξινόμηση και λες και έβγαλε το κινητό από την τιμωρία του, το ξαναπήρε στα χέρια της. Μενού-μηνύματα-ένας ξένος αριθμός. “Ένας ξένος που κάποτε δεν ήταν ξένος”, μουρμούρισε. Κι άλλος θυμός. Μπόλικος. Δέκα χρόνια μετά. Δέκα ολόκληρα χρόνια μετά ένα “μήνυμα-χτύπημα κάτω από τη μέση”. Ήξερε τι σήμαινε για αυτήν ο Καλογιάννης. Ήξερε τι σήμαινε κι εκείνος για αυτήν.

Δεν θα απαντούσε.

Απάντησε.

“Ιστορία παλιά τελευταία φορά θα σου πω /μην ψάχνεις τέλος κι αρχή /η φωτιά σου έχει σβήσει είμαι σ’ άλλη εποχή”…

Καλογιάννης αυτός. Θηβαίο-Αρβανιτάκη εκείνη.

Και κάπως έτσι, κάπως καρμικά, κάπως…απόκοσμα, κάπως “όπως συμβαίνει συχνά”, η Ευτυχία με μια της μόνο απάντηση, με μια της μόνο κίνηση έβγαλε τα στρατιωτάκια από τη σειρά τους και τα έριξε στην μάχη…

Συνεχίζεται…

1 σχόλιο στο “Κεφάλαιο 1ο: Και που λες Ευτυχία…”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Related Post

Κεφάλαιο 2ο: Δεν σου ζητώ να είμαι κομμάτι από το παρόν…Κεφάλαιο 2ο: Δεν σου ζητώ να είμαι κομμάτι από το παρόν…

“Έχεις συγκρίνει ποτέ το αληθινό με το απωθημένο; Το πραγματικό με το ουτοπικό; Άδικο δεν είναι;”, ρώτησε η Ευτυχία ένα βράδυ τον Στράτο, όσο δίπλωνε τα ρούχα του μικρού. Πήρε στιγμιαία το βλέμμα του από το λάπτοπ και το επανέφερε αμέσως στην οθόνη, χωρίς να δώσει καμία απάντηση. “Δεν θα